Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίημα για κάποιον άλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίημα για κάποιον άλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Δημήτρης Μαύρος

ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ

Come forth Lazarus!
And he came fifth and lost the job.
J.J.
Κι ως Λάζαρος θ’ απάντησα: Ποτέ πια.
Κι Αυτός: Δυο ναυαγοί είμαστε της γης
Μ’ αισθήματα σφαγής μέσα στα ρέπια,
Μ’ αισθήματα σφαγής μες στο εμείς.

Κι ως Λάζαρος θ’ απάντησα: Ποτέ πια.
Κι Αυτός: Σαν το κοράκι κράξει τρις
Θα νοιώσεις κάσα, θάνατο και κρέπια
Και θα ‘ν’ κοντά, και θα ‘ν’ αργά, χωρίς –

Ως τότε θα μπλοφάρω άρω άρω,
Γυρνώντας με κρασί και με τσιγάρο,
Μποξέρ αγκαλιασμένος με τον χάρο.

Στου δρόμου τα μισά, μέσα στον χρόνο,
Στο γλέντι σώμα ξένο πάντα μόνο
Ο κάποιος που δεν είμαι με σκοτώνω. 


7:00 π.μ. [Διπλανή Πραγματικότητα]

Έτσι η σκηνή τελειώνει
Τίγρη μάτι
Γύρω βάτοι
Μες στην ηχώ του γκιώνη.
Έτσι η σκηνή τελειώνει
Στο κρεβάτι
‘κείνη-να τη
Στα χέρια μου να λειώνει.
Γυροβολώ στο στόμα
Έναν άδη.
Χαρτογραφώντας σώμα
Μ’ ένα χάδι
Υπερνικώ το χώμα
Στο σκοτάδι.

Δανάη Μαργαρώνη

Ι

Ατάραχη συστήνεσαι
και φέρεις, έτσι, την ομορφιά σου.
Αδιάφορη για τους καθρέφτες τυράννους
που μασούν και φτύνουν είδωλα.

Στα τείχη σου μέσα
βράζει μια θάλασσα
μαύρη και πηχτή.
Την θυμώνεις
κι ύστερα την ταξιδεύεις.

ΙΙ


Όμορφο, νευρένιο πλάσμα.
Τα βλέμματά μας έφτυνες στα πόδια μας.
Πόσο στωικά τα μαζεύαμε, τόσο καιρό
μέσα σε κουτιά.
Πόσο αχόρταγα τα θήλασες
μεμιάς σαν τα αγάπησες.
Ο φόβος έγραψε σε όστρακο το όνομά σου

και σε εξόρισε στης θάλασσας το στήθος. 

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καπουλέα



Ι. Άτερπνος

Σε βλέπω
βαριεστημένα
να προχωράς
στα δημόσια
ουρλιαχτήρια.
Κι η φράντζα,
όσο και να τη
φυσάς,
πέφτει πάντα
-ηρωικά-
στο μέτωπο.
Η αγρύπνια
[σου]
τυλίγει
το στομάχι.
Τόσο στιλπνή
κι άυλη
συνάμα
που λες
να το δαγκώσει
το μήλο
ή στο λαιμό
θα [του] κάτσει.
Εντούτοις,
όσο ακούγονται
ακόμη
κάτι άσπρα
ιπτάμενα
γρανάζια,
δεν [σε] φοβάμαι.
Θα ζήσουμε.
Θα γεράσουμε.
Θα καμαρώνουμε
τις γάτες μας.
Για τα λοιπά,
ας γράψουν
άλλοι.


ΙΙ. Ρυθμικά

Ακουμπάω ένα κόκκινο
κοχύλι, πάνω στα χείλη.
Να φυσήξω μέσα,
όλους
τους στίχους σου.

Απ’ την άλλη του άκρη,
ξεπετιούνται σταγόνες
να τρυπήσουν τη λίμνη.
Μέσα τους,
κάτι ξύλινα παιδιά,
παίζουν
αδιάκοπα.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Πάνω στις εκδορές τους,
φυτρώνουν
πολύχρωμα κοχύλια.
Τα τραβάνε χωρίς δισταγμό
και τα ρίχνουν μέσα
στη λίμνη
μουρμουρίζοντας μ’ έναν
ανοίκειο ρυθμό:
Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ

Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ


Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ


Θα έρθω μια μέρα,
να τα πούμε
από κοντά.
Κι όλες οι λέξεις,
θα είναι μία απόσταση
βαθιά.
Γιατί πολύ θα έχουμε

      αγαπήσει.

                                           

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Σωτηρία Κρητικοπούλου

Ενοχή

Η ενοχή είναι αγκάθι στην πατούσα.
Τράβα το με δύναμη. Απομάκρυνέ το.
Σκάψε έναν βαθύ λάκκο και θάψε το.
Από πάνω, χτίσε και ένα μαυσωλείο,
χάραξε και μία πολύγλωσση επιγραφή.
«Ενθάδε κείται η παλιά ζωή: Η ενοχική».
Μην τύχει και το πατήσει κανένας άλλος.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Αντώνης Γκρίτσης


Στη μέση του δρόμου                             

Άπραγος
ανειδίκευτος
ανικανοποιητής
Μπροστά του
ένα αλωνάκι λέξεις
ξαπλωμένες στο βλέμμα του
"Ως εκεί που χαράζει κι ως όπου βυθά"
Απέξω νεράκι μαθημένη έχει την πηγή
όμως αρπαχτικά πουλιά τα σπουργίτια των πόλεων, είν' η αλήθεια
Κι υψώνονται ανορθόγραφα περυστέρια
Μέσα στο κάτω κεφάλι του
«Όλο πιο γλυφό νερό το γλυφομούνι σου, αγαπημένη μου, στάζει
με μεθας και
ανδρόγυνες φαντάζομαι πολιορκητικές μηχανές
ξεθεμελιώνουμε την άσφαλτο σάρκα
δε σε χορταίνω
Σκοτώνουμε και ξαναζούμε το προπατορικό τους αμάρτημα
Αχ κι εκείνοι, ψυχή μου, μας καμαρώνουνε»

                                                    ~

Πορτραίτο

Αν ένας τρόπος είναι η απάντηση
ο άλλος είναι η σιωπή
ένα ζευγάρι σκουλαρίκια ζυγαριές φοράς
να μην πληγώνεσαι απ' τους ανθρώπους
που κρεμαστήκανε από τα αυτιά σου

                                                     ~

Άτιτλο

Πρέπει να είμαστε καλά παιδιά
Αφού δε μπήκαμε στον τάφο του πεθαμένου
Πρέπει να δέσουμε γερά σχοινιά
Απ’ το ταβάνι του κρεμασμένου
Αν έξω από τη μάντρα του κοιμητηρίου μας καλέσει η ζωή
Εμείς πρέπει να αρνηθούμε το όνειρο.

Μα γιατί δε γίνεται κανένα σεμινάριο νεκροθαπτικής;

                                                     ~
 
Παράφωνο

Δε μοιάζουμε
μα με καλύπτει
φύλλο συκής
το φύλο σου
Σε ντρέπομαι
θα 'θελα να χα κι εγώ
χαρίεσσα όψη
λέξεις ντυμένες στην πένα
για να σε τραγουδήσω

Ανόργανος,
χωρίς πρόσοψη
σκεπάζω με πέπλο μυστηρίου
το πλευρό που μοιραστήκαμε
σαν άσκηση για δύο νέους
πρωτόπλαστους.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Χρήστος Μαρτίνης

ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΝΕΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Δυο λέξεις ερωτοτροπούν.
Νωχελικά μετατοπίζεται προς την τελεία μια λέξη.
Μια λέξη σπρώχνει το κόμμα με το ιώτα της
και κατεβαίνουν αγκαζέ στο παρακάτω στίχο.
Παίζουν δυο λέξεις,
σπρώχνονται μέσα στην ίδια πρόταση
η μία – η νεότερη- πέφτει απ' το περιθώριο
και παρασέρνει άλλες δυο και χάνονται όπως οι εκδοχές.
Μια μαύρη λέξη καταρέει απ' το βάρος της
κι όλες οι λέξεις στροβιλίζονται
ατμίζονται σαν πρωινά αστέρια
για να φανεί ο ποιητής
νεότατος


κρατώντας μόνο λέξεις.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Ζω τις άγριες μέρες
μέσα σε σκόνη και μαύρα γράμματα,
γκρίζος πυρετός τα πέλματα μου,
χορεύω με το χρώμα που κοιτάγαμε παιδιά
το κορμί μου έχει γεμίσει με φθορά
και δε το' θέλω.

Θα μπορούσα να ουρλιάξω με την απουσία
όμως δε θα' ναι όμορφη η φωνή μου.
Περιμένω,
όμως σπάνια αλλάζουν τα πράγματα
δυστυχές μα
τούτη την αλήθεια κρατώ καλά.

Ζω τις άγριες μέρες,
πάνω μου φωνάσκουν όλες οι επιθυμίες που φυλάξαμε παλιά,
κάποτε φώτιζαν οι δρόμοι
οι έφηβοι τρέχαν σαν αηδόνια μες το στήθος μου
γαμούσα ελεύθερα
τώρα δεν..

Είμαι πολύ νέος για να μπορέσω ν' ανεχτώ
τις βροχερές μέρες που έρχονται

κι όπως γίνεται συνήθως όλοι λείπουν,
τα ποιήματα περπατούν στην άνοιξη
-βαριά αυτή η επιθυμία-

Με φυλακίζουν οι μέρες που δε ζήσαμε μαζί,
στον ήλιο και στο μαυρισμένο μέτωπο.

Ρίχνω τις βόμβες μακριά απ' τον κρόταφο μου.

Κοιτάω τριγύρω,
κανέναν δε γνωρίζω,
κι όταν κοιτώ το κόσμο
είμαι ο άλλος που δεν αγάπησες.





Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ηλέκτρα Λαζάρ

i) Τι γνώριζα γι’αυτήν 



i) Τι γνώριζα γι'αυτήν 

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα βράδυ με ούλα να στάζουν βροχή, πέριξ του λόφου και από τότε είμαι από λόφο σε λόφο. Οι γονείς μου ήταν άγνωστοι. Ευκατάστατοι στην απώλεια, ο πατέρας μου που κανένα σπίτι δεν τον ήθελε πέθανε νωρίς και η μάνα μου στην πρασιά από πίσω δραχμούλα τη δραχμούλα ξερίζωνε τα κοτσίδια μου. Υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για έναν ασφαλή άνετο τρόπο ζωής που τώρα πια έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Μπορώ να αναπολήσω. Άμα το κάνω χάθηκα. Για τους φίλους μου επί της ουσίας χάνονται και αυτοί, βολτάροντας στα αιώνια σκέλια και μπερδεύονται από τη μυρωδιά της σήψης. Τα μαλλιά μου είναι κόκκινα και τα νύχια μου ενίοτε τα βάφω ροζ. Το κατοικίδιο μου είναι η θλίψη. Τον θάνατο τον πίνω κάθε πρωί με τον καφέ μου, όσο για το ηλεκτρικό αυτοκίνητο της θείας μου και τον πρωινό εμετό βρίσκω εκείνα τα παλιά βροχερά δόντια. Ομάδα αίματος άγνωστη. Δύσκολα μπαλώνονται οι πληγές. 

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα βράδυ με ούλα και βροχή κυρίως από λόφο σε λόφο το σπίτι μου ήταν άγνωστο και οι γονείς μου η απώλεια η μάνα μου και ο πατέρας μου ο πατέρας επί της ουσίας και τα κοράκια στα χέρια της τα μαύρα κοράκια στα χέρια της γεννήθηκα από σπίτι από πατέρα κοράκια στα κοτσίδια μου ξεριζώνω τις μέρες μου αλφαβητικά. Για τους φίλους μου που γυρνάνε πίσω επί της ουσίας ποτέ δεν πεθάνανε και μπερδεύονται στα σκέλια μου οι φίλοι μου και δάσκαλοι και γονείς και τσίχλες και επί της ουσίας έχω μία θλίψη στα σκέλια μου μέσα. Τα μαλλιά μου είναι μαλλιά και τσίχλες που επί της ουσίας είναι κόκκινες έχω ένα σπίτι στον Κορυδαλλό και ο Προκρούστης κατοικεί στο σαλόνι μου. Και ο Προκρούστης κατοικούσε στο σαλόνι μου μέχρι τα οχτώ μου. Ομάδα αίματος άγνωστη. Δύσκολα οι πληγές μπαλώνουν.

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα σπίτι με βροχή σταγόνες στο λόφο στους τοίχους στις αγκαλιές στα άγνωστα σημάδια στους τοίχους σε σκοτάδι και η κακομαθημένη παιδούλα μου κλείνει τις κουρτίνες σφραγίζει τα δόντια μου να αναπολήσω μπορώ να χαθώ μπορώ επί της ουσίας το ροζ σαλόνι και το ροζ πέος του Προκρούστη άγνωστα μπαλώνονται στο μαξιλάρι που δαγκώνω κάθε βράδυ ο ασφαλής και άνετος τρόπος ζωής και γεννήθηκα το 2891 το 1892 το 18   9 0 23 γεννήθηκα σε ένα ασφαλές σπίτι με μπαλκόνι και αυλή και πρασιά και δραχμές και τα πρωινά 3 σχολεία τα 3 πρωινά σχολεία μέχρι τα οχτώ μου όλα αυτά και μετά ξανά ενήλικη γεννήθηκα μετά την ενηλικίωση μου επί της ουσίας δεν ήξερε να κάνει μπάνιο δεν ήξερε να κάνει κι εμένα μπάνιο η άνετη και ασφαλής ζωή μου χάθηκε ανεπιστρεπτί φτύνω τις τσίχλες μου στον κόσμο και φτύνω τα δόντια μου τα βροχερά ροζ δόντια μου τα κόκκινα επί της ουσίας. Ομάδα αίματος. Δύσκολα. 

Γεννήθηκα το 1 σε ένα με μία και δύο στο λόφο και στον άλλο λόφο οι τοίχοι είναι το πέος πάνω μου σε ροζ σημάδια στέκονται τα δόντια μου και γράφω πίσω από πρασιές στο ταβάνι μετράω τσίχλες θέλω να τις μασήσω όλες και τα όπλα και τα ναρκωτικά και τα χέρια του κυρίως επί της ουσίας τρώω κρέας για τον ασφαλή και άνετο τρόπο ζωής και το βράδυ που γεννήθηκα ανάδρομα δε συνενώθηκα χώρισα χωρίζω ανεπιστρεπτί με κήπο και ξύλα κοτσίδια κόκκινα τα νύχια γυάλινα στον επόμενο ιδιοκτήτη και τη θλίψη το τσουλί που πολύ θα’θελα να γαμήσω και έχω γαμήσει μα δεν κατοικώ στο σαλόνι μου έχει απλωθεί το πτώμα του το πτώμα της το πτώμα μας επί της ουσίας γαμιόμαστε παλινδρομικά μέχρι τα οχτώ σε εκείνο το βροχερό σπίτι ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος ψέμα μηδέν αίμα αίματος μηδέν μηδέν

Γεννήθηκα −11 error/bit·h στο λόφο αίμα στα σκέλια μου 00111001 10 (0xA)
The environment is incorrect στο σαλόνι μου μέχρι τα οχτώ επί της ουσίας θα γαμήσω συσπειρώθηκα <../> ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν

Γεννήθηκα



ii) Σώμα ή κύμα 




Απ'τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής
με ένα κομμάτι ζωή
ζούνε οι μεταλλαγμένοι ποιητές
όπου m η μάζα της λέξης
οι θόρυβοι & οι κινήσεις του θανάτου 
δεν αποδεικνύουν παρά την αποτυχία μας



iii) 


Ηρέμησε την ζιμπελίνα στον κόρφο σου
γιατί ουρλιάζει τα βράδια 
και γδέρνει τα παράθυρά μας
με τα νύχια σου
σ'αυτή τη μαύρη γεωγραφία 
ο στριγγός ήχος των τακουνιών σου
που πατάει πάνω στο βηρύλλιο 
δημιουργεί τις ικανές συνθήκης της γύμνωσης 

(την θυμάσαι εκείνη την παράξενη συνήχηση 
κάθε που κοιμόταν το δικό σου θηλαστικό
εκείνο
το μ η τ έ ρ α τ ε ρ α τ ε ρ α ς τ ε ρ α ς ;)

Μαρουσώ Αθανασίου

Γυναίκα Ι


Γράφεις λέξεις
Διαβάζεις μάνα.
Μάτια κρυμμένα πίσω από τζάμια
Και μπογιές
-Δεν ξέρω το χρώμα τους.
Στηρίζεις το κεφάλι σου στα χέρια
Τα χέρια σου στα γόνατα
Κι εκείνα μπήγουν τις πατούσες σου στο πάτωμα.
Άλλοτε στο ένα σου χέρι ένα τσιγάρο
Που μια καπνίζεις
Μια φέρνεις βόλτα κι ακουμπάς με τον αντίχειρα τη μύτη σου.
Για το άλλο χέρι – κανείς λόγος.
Πάντα βαθιά κρυμμένο μες την τσέπη.
Θαρρώ εκεί μέσα μαθαίνεις να μετράς
Ψάχνοντας συλλαβές και λέξεις.
Αυτά είδα και άλλα δε θα πω.


Γυναίκα ΙΙ


Τα χέρια σου
-όταν μιλάς-
Κινούνται σαν ν’ αγγίζουν.
Σαν να ζητούν να πιάσουν το φευγιό
Και να το φέρουν πίσω.


Γυναίκα ΙΙΙ


Εύθραυστη
Λεπτεπίλεπτη
Με τρόπους – φαντάζομαι γαλλικά και πιάνο.
Αγγίζει τα αντικείμενα με χάρη μπαλαρίνας.
Κι αυτά το ίδιο εύθραυστα.
Τη σκέφτομαι καμιά φορά
Σ’ ένα καρέ μακρινό.
Το φόρεμά της ν’ ανεμίζει στη θάλασσα
Κι εκείνη με τα χέρια λυγισμένα
Να κρατάει στο κεφάλι της
Ένα καπέλο ψάθινο.
Μέχρι κι έναν αναστεναγμό ακούω.
Μυρίζοντας τη θάλασσα.
Μάτια κλειστά, φυσικά.
Αυτό στα δεξιά.
Στα αριστερά μία σκιά.
Δε θα κοιτάξω.


Άντρας Ι


Είμαι εγώ.
Φύση. Θέση. Ιδιότητα.
Αποποιούμαι την ιστορία
Επαναστατώ στη σκόνη
Και αγορεύω.
Ήσυχα.
Δίπλα μου ένας Χριστός.
Ποζεράς κι επικίνδυνος.
Δεν αστειεύεται καθόλου.
Κάθε τόσο μου ψιθυρίζει στο αυτί ένα «μη».
Κάνω πως δεν ακούω. – Ακούω.
Μοιράζω διαδρομές και τραίνα.
Όταν με βλέπουν.
Όταν δε με βλέπουν
Αγγίζω τον εαυτό μου κανιβαλικά.
Μέχρι να μ’ ακούσουν.
Αν μ’ ακούσουν.
Αν.