Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Καπουλέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Καπουλέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Κατερίνα Καπουλέα

Σύνεση

"Ήταν πολύ σωστός άνθρωπος
και δυστυχισμένος χαρακτήρας"
Ηλέκτρα Λαζάρ


Πολλές δουλειές
είναι η αγάπη.
Κι ο στρόβιλος
που πίσω στήθηκε
να περπατήσει.
Παραμιλώντας βρέθηκε
πάλι στο δίκιο.
Είναι ωραία η από κει
Πλευρά;
Στο επιτύμβιο
-δίχως άλλο-
θα αναγνωρίσουν
την ορθότητα
των πράξεων.
Τη δυστυχία όμως
έκθετο λείψανο        
σεμνά θα τη φιλούνε
ξένα χείλη.





Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καπουλέα



Ο σφαγέας

Ξαπόσταιναν
οι γαλονάδες.
Ανάβανε τσιγάρο.
Είχε έρθει
 η ώρα της σφαγής.
Η δική μου ώρα.
Το κρέας είναι
 εύκολη δουλειά.
Τα κόκκαλα πάλι
είναι άλλη ιστορία.
Τουλάχιστον είναι
ζεστοί ακόμη.
Κοίτα
πώς με κοιτάνε.
Στάζει το βλέμμα
σιχασιά.
Ας είναι.
Στο χέρι μου
κρατώ το κράτος.
Πετσοκομμένη
η μοίρα των εχθρών
μου,

σας κηρύττει.

Κατερίνα Καπουλέα


Γράφω   γιατί

μάνα.

Γράφω   γιατί

σφαγή.

Απρόθυμη.

Απροκάλυπτη.

Απροετοίμαστη.

Που τ΄ αστέρια

δεν χαμογελάν τα βράδια.

Που η γάτα μου

τρέμει την αγκαλιά.

Που η γάτα μου

τρέμει στην αγκαλιά.

Που η θάλασσα

σιωπή

και το σκοτάδι

αλήθεια.

Να κυλούν τα μάτια∙

αυγά δίκροκα,

πάνω σε τηγάνια

που καίνε.

Καθώς ο μενεξές,

σηκώνεται

απ’ τη γλάστρα

και μου φιλάει


το μέτωπο.

Κατερίνα Καπουλέα



Ι. Άτερπνος

Σε βλέπω
βαριεστημένα
να προχωράς
στα δημόσια
ουρλιαχτήρια.
Κι η φράντζα,
όσο και να τη
φυσάς,
πέφτει πάντα
-ηρωικά-
στο μέτωπο.
Η αγρύπνια
[σου]
τυλίγει
το στομάχι.
Τόσο στιλπνή
κι άυλη
συνάμα
που λες
να το δαγκώσει
το μήλο
ή στο λαιμό
θα [του] κάτσει.
Εντούτοις,
όσο ακούγονται
ακόμη
κάτι άσπρα
ιπτάμενα
γρανάζια,
δεν [σε] φοβάμαι.
Θα ζήσουμε.
Θα γεράσουμε.
Θα καμαρώνουμε
τις γάτες μας.
Για τα λοιπά,
ας γράψουν
άλλοι.


ΙΙ. Ρυθμικά

Ακουμπάω ένα κόκκινο
κοχύλι, πάνω στα χείλη.
Να φυσήξω μέσα,
όλους
τους στίχους σου.

Απ’ την άλλη του άκρη,
ξεπετιούνται σταγόνες
να τρυπήσουν τη λίμνη.
Μέσα τους,
κάτι ξύλινα παιδιά,
παίζουν
αδιάκοπα.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Τρέχουν.
Πέφτουν.
Σηκώνονται.

Πάνω στις εκδορές τους,
φυτρώνουν
πολύχρωμα κοχύλια.
Τα τραβάνε χωρίς δισταγμό
και τα ρίχνουν μέσα
στη λίμνη
μουρμουρίζοντας μ’ έναν
ανοίκειο ρυθμό:
Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ

Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ


Τρέχω
Πέφτω
Σηκώνομαι
Αγαπώ


Θα έρθω μια μέρα,
να τα πούμε
από κοντά.
Κι όλες οι λέξεις,
θα είναι μία απόσταση
βαθιά.
Γιατί πολύ θα έχουμε

      αγαπήσει.