Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Μαύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Μαύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Σειρά μου να παίξω | Δημήτρης Μαύρος


Κεφάλι Γυναίκας
(1960. Λάδι σε καμβά·65.1 x 54 εκ.)

καὶ ἐγένετο ἑσπέρα
καὶ ἐγένετο πρωΐ,
ἡμέρα μία
     τα χείλη σου                           καμπύλος χωροχρόνος
               στρεβλώνουν την τροχιά                 να διαβώ τον ορίζοντα;
            γενηθήτω φῶς          αλωθήτω φῶς
           άνευ όρων παρά  -  δοση άνευ ορίων
                       χαμόγελο    και δόντια
                             μορφή  και μορφασμός
      σμίγουν να κοπάσουνσμίγουν και τελειώνουν
καὶ ἐγένετο ἑσπέρα
καὶ ἐγένετο πρωΐ
ἡμέρα ἐσχάτη

έχουν τα λόγια μας παιδιά πολλούς ανθρώπους
κι είναι τα λόγια μου άνθρωποι πολλών παιδιών,
κυβιστικά πορτρέτα, κλάσματα καθρέφτη και
πολύφυλες αντανακλάσεις ηλιαχτίδας
σπασμένο φως       διαθλώμαι στη σιγή


Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Δημήτρης Μαύρος

Γιατί γράφω με στίχους άλλων


Χορός κυκλωπικός η ανάσα του ασφόδελου.

Μ. Αθανασίου

Χορός:               Γυναῖκα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτρωτον, ἥ μάλα πολλά
πλάγχθη. ἐπεί Τροίης ἱερόν πτολίεθρον ἔπερσε·
ζητώ την αυτοβιογραφία σου, καταλαβαίνεις;
Χάρισέ μου αυτό το χορό.
κυκλωπικός:      Ειδάλλως και τώρα αν θέλω
                          καρφώνω το μάτι μου να μου ξεφύγω
                          Κανείς προς κανέναν
η:                       ή
ανάσα:               μπάσταρδη άνασσα, στίχους θα συλ-
                                                                                     λέγω
                          χιλιάδων ετών για χάρη σου
                                                       για πάντα;
του[mor]:          καρκίνωμα είσαι
                          κι εντείνεις την αγάπη ανάγκη
ασφόδελου:        mors mor|tis mertis mer μροτός μόρσιμον ἦμαρ
                          Βλέπεις όπως και να ‘χει μια ρίζα θανάτου
                          ανθοί του τ’ ασφοδέλια
                          και στέλεχος

                          Εσύ.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Δημήτρης Μαύρος


3.1417

I

To touch my person to some one else’s
Is about as mush as I can stand
W.W.

Πώς προφέρεται μια νύχτα στην βροχή
Πώς να προφέρω
Πώς την βροχή

Αν όχι βρυχώμενος φως;

(άλλωστε
        what is less or more than a touch)

Δεν είναι λίγο-πολύ μια ανάσταση
στη δροσιά
της αυγής
η συντριμμένη σάρκα μας;
Αγχίθεοι.


ΙΙ

Πώς προσφέρεται ένα κβάντο παρηγοριάς
Πώς να προσφέρω
Πώς την παρηγοριά

Αν όχι με μία ηχώ του φωτός;

(εξάλλου
        υστερεί ή περισσεύει ο έρωτας)

Είμαστε λίγο-πολύ μια απόσταση
στην έρημο
της μνήμης

Δυο βραχνές φωνές στην άμμο.

Αλλόγλωσσες.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Μαρουσώ Αθανασίου & Δημήτρης Μαύρος



ΣΤΑ ΚΡΥΦΑ

Κατά βάθος ξέρεις ο τυφλός
πάντοτε γυρνά στο μαρμαρογλυφείο
θραύσμα λευκό στο πάτωμα του χρόνου
σε ατάραχο επιτάφιο
ρίχνει ζάρια σπασμένα
και γλιστρά σ' ένα πέρασμα
ακάθαρτο κρεβάτι πόρνης
μέσα από καθρέφτη
ακούει ό,τι στάζει κόκκινο
τεφρός τις τέφρες γλύφει
εφτά γενιές αόρατος προτού να πέσει ο ήλιος
και τελικά
εδώ ψηλαφιστά ζυγώνει.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Δημήτρης Μαύρος

Γενεαλογία: καταγραφή ενός μύωπα

Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα
Γ.Σ.
Κι εν τέλει οφείλω σε ποιον;

Στο νομπελίστα του ’48,
στη μάνα του, στον fabbro.
Σε όσους έπεσαν
προσθέτοντας στα σύμβολά μας.

Όχι.
Στη γεωμετρία της πρώτης πυραμίδας,

Το τέρμα της όρασής μου.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Δημήτρης Μαύρος

ΕΚΚΡΕΜΗΣ

Φιμώνεσαι
Και λες τι θάνατος
λες η φωνή δεν είναι αρχιμέτοχος στην κόλαση

Ας πάρουμε τ’ αδύνατο:
Το αηδόνι προτιμάει τη σιωπή
-πόση ειρήνη;

Σκάσε αηδόνι
Σκάσε
Σκάσε Αϊδωνέα


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Δημήτρης Μαύρος

ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ

Come forth Lazarus!
And he came fifth and lost the job.
J.J.
Κι ως Λάζαρος θ’ απάντησα: Ποτέ πια.
Κι Αυτός: Δυο ναυαγοί είμαστε της γης
Μ’ αισθήματα σφαγής μέσα στα ρέπια,
Μ’ αισθήματα σφαγής μες στο εμείς.

Κι ως Λάζαρος θ’ απάντησα: Ποτέ πια.
Κι Αυτός: Σαν το κοράκι κράξει τρις
Θα νοιώσεις κάσα, θάνατο και κρέπια
Και θα ‘ν’ κοντά, και θα ‘ν’ αργά, χωρίς –

Ως τότε θα μπλοφάρω άρω άρω,
Γυρνώντας με κρασί και με τσιγάρο,
Μποξέρ αγκαλιασμένος με τον χάρο.

Στου δρόμου τα μισά, μέσα στον χρόνο,
Στο γλέντι σώμα ξένο πάντα μόνο
Ο κάποιος που δεν είμαι με σκοτώνω. 


7:00 π.μ. [Διπλανή Πραγματικότητα]

Έτσι η σκηνή τελειώνει
Τίγρη μάτι
Γύρω βάτοι
Μες στην ηχώ του γκιώνη.
Έτσι η σκηνή τελειώνει
Στο κρεβάτι
‘κείνη-να τη
Στα χέρια μου να λειώνει.
Γυροβολώ στο στόμα
Έναν άδη.
Χαρτογραφώντας σώμα
Μ’ ένα χάδι
Υπερνικώ το χώμα
Στο σκοτάδι.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρης Μαύρος


Día de Muertos

Στίχο το στίχο παρωδία της 1ης ενοτ. της Ρημαγμένης Γης.

Στις τέσσερις ήμουνα αμήχανος, έχοντας
Περάσει ένα μέρος της ημέρας, θέλοντας
Να προγραμματίσω το υπόλοιπό μου, γέρνοντας
Στην απομόνωση.
Το βράδυ με διέψευσε, θυμίζοντας
Ότι η κόλαση θέλει παρέα, μυρίζοντας
Περατότητα.
Το μεσημέρι μ’ είχε αιφνιδιάσει ερχόμενο στο όνειρο,
Απολήγοντας σε ερωτοχυσία· ξύπνησα ανάλαφρος
Και συνέχισα με βόλτα στη λιακάδα, μπαίνοντας για λίγο στο μποστάνι,
Κι ήπια ‘να τσάι, και μου μίλησε καμιάν ώρα.
Είναι μεξικανή, και δεν πολύ-καταλάβαινα, μα έχει ωραία μάτια.
Γέρος πια, στο ίδρυμα,
Με την αποκλειστική, θυμάμαι τη μόνη κρίση που ‘παθα,
Κανονικό αμόκ. Και μου ΄λεγαν, Δημήτρη,
Δημήτρη, έλα, ηρέμησε τώρα, όλα καλά. Και μου ‘ριξαν μιαν ένεση.
Στη νάρκη, εκεί αισθάνεσαι νεκρός.
Κοιμόμουνα σχεδόν όλη την ώρα, και το βράδυ αναπολούσα μεσημέρια.

Ποιες είναι οι στιγμές που αγκιστρώνονται, ποια γεγονότα ανθούν
Μέσα στη νεκρή φύση της μνήμης; Γιε μου,
Μπορείς να μου πεις ή να μαντέψεις, αφού εσύ μόνο γνωρίζεις,
Τι σου ήμουνα, όσο πατούσα στο αχνάρι του φωτός,
Όσο δεχόμουν τη βροχή του χρόνου, τι σου ήμουνα,
Όσο ήμουνα; Μόνο
Μια λάμψη στα χρονόδαρτά μου μάτια,
(για σένα κυλάει η λάμψη)
Και είναι διαφορετική
Από το δάκρυ του μωρού, για ν’ αναπνεύσει
Ή το δάκρυ του γερόντιου, επειδή ξεψυχά·
Είναι που είμαστε μαζί μα μόνοι.
            Τ’ αγέρι πλέον με φυσά
            Προς την πρωταρχική πατρίδα.
            Παιδί μου είναι ώρα πια
            Για ένα τέρμα στην παρτίδα.
Θυμάμαι που με έβγαλες για το παράνομο τσιγάρο μας
Πριν κάνα χρόνο χθες. Το μύρισαν και μου απαγόρεψαν τις εξόδους.
Και όταν σ’ υποδέχθηκα μπροστά απ’το μποστάνι
Τις προάλλες αύριο, μ’ αγκάλιασες μα ήμουνα απ’ την ένεση,
Εδώ είναι νεκρός ο συλλογικός μας χρόνος, και δεν ανταποκρίθηκα,
Δε σε κατάλαβα, και έφυγες θλιμμένος.
Ατένισα την καρδιά του θανάτου, τη μονομέρεια.
Έρημα κι άδεια τα μάτια μου.

Ο κυρ-Δημήτρης άσημος ποιητάρης,
Έφυγε μ’ ένα γέρο-πυρετό, παρ’ όλα αυτά
Όλες οι νοσοκόμες ξέρουμε πως ήτανε ο πιο βολικός της Πτέρυγας,
Με μια δαιμόνια ηρεμία. Να, μας είπε πριν πεθάνει,
Την Τρικυμία διάβαζα και θα ‘θελα κι εγώ
Πέρλες αντί για μάτια. (Τα μάτια σκουριάζουν. Κοιτάχτε!)
Ναι, ωραίοι τύποι οι μεξικανοί
Που θυμούνται με εορτασμό τους παρελθόντες κόσμους.
Ακούω ένα αμάξι, λέτε να ‘ρθε κιόλας ο Ερμής, τι αναποδιά.
Καλός επιχειρηματίας ο θάνατος, και πτυχιούχος
Μαιευτήρας, σπουδαγμένος στην ανυπαρξία,
Ας αλωθεί το φως μου. Δε βρήκατε
Το γιο μου; Τι θα κάνει σα φύγω;
Βλέπω πλήθη ανθρώπων, στο πηγαινέλα της κηδείας.
Για καλό καφέ πηγαίντε με στο 1ο. Αν δείτε την αγαπητή σενιόρα Ρόζα,
Πριν από μένα, πείτε της να μιλήσει με το παιδί.
Πρέπει κανείς να είναι σίγουρος, αφού το σήμερα δεν είναι.

Ανυπόστατος πια,
Βρέθηκε κατ’ απ’το χώμα γύρω στην ώρα που ‘πρεπε,
Κι η πύλη του Ζωγράφου ρυτιδώνει το διαβάτη, τόσο πολύ
Ποιος να το ‘χε φανταστεί ότι ο θάνατος μπορεί τόσο να ξεκάνει.
Το μάρμαρο ξέρει να παίρνει λίγο κι απ’ τους ζωντανούς
Να τους αφήνει σκυφτούς κι ασθμαίνοντες να φεύγουν,
Γυρνώντας απ’ τον Άδη,
Στα σπίτια τους σε κάποια γειτονιά ζωής.
Κι ο γιος προσωρινά αθάνατος νεκρός
Είδε έναν που ‘ξερε· και τον σταμάτησε με μια φωνή: «Κίμωνα!
»Εσύ που τον έχασες φυλακισμένο!
»Του πας ακόμα νεκρολούλουδα;
»Τα χρέη τα ‘ξόφλησες; Θα τα ‘ξοφλήσεις;
»Ή μήπως το επιτόκιο του θανάτου είναι αλύτρωτο;
»Ω κράτα τον Άργο μακριά, γιατί γνωρίζει από μεταμφιέσεις
»Και κάθε τρεις και λίγο τον πόνο θα ξεθάβει!
»Εσύ! Υποκριτή αναγνώστη - όμοιέ μου, - αδελφέ μου!




Παρατηρήσεις:
1.      Dia de Muertos: Η μέρα των νεκρών, η οποία γιορτάζεται κυρίως στο Μεξικό από τις 31 Οκτωβρίου έως και τις 2 Νοεμβρίου.
2.      Κίμωνας: γιος του Μιλτιάδη.
3.      Άργος: α. Ο σκύλος του Οδυσσέα, β. Στην ελληνική μυθολογία ο Άργος ο Πανόπτης ήταν τερατόμορφος γίγαντας γνωστός ως πανόπτης ή μυριωπός γιατί είχε εκατό μάτια διάσπαρτα σε όλο του το σώμα


4.      «Υποκριτή … Αδελφέ μου!»: Όπως και στο κείμενο του Έλιοτ, είναι παρμένο από τον πρόλογο του Μπωντλαίρ για τα Άνθη του Κακού