Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλέκτρα Λαζάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλέκτρα Λαζάρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Ηλέκτρα Λαζάρ & Δανάη Μαργαρώνη



ΕΠΑΡΧΊΑ


Η αριθμητική του μόνου Κομμάτια στο χώμα μετρά 
Κι η μονιμότητα μ’ένα μονό σύρμα κρέμεται
κατάμουτρα στο χαμένο σώμα   Ο
απόδημος τις ημέρες τρόμου
απομνημονεύει σ’άνεμο
κρεμασμένος
πολέμους
λυγίζει
σε διαστολή
πυξίδες και ορίζοντες
νιόφερτος στις κουφές ώρες
καταπρόσωπος στο  κουτί του
ο  χρόνος πέφτει και ξαναφυτρώνει
ένα σε ένα υψώνεται και τρώει τις ρίζες του


 

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ηλέκτρα Λαζάρ

ΚΥΝΗΓΙ







Μαμά νομίζω ο Γολιάθ κινείται
~ Castle in the Sky


Α λόγιστα                 α λόγιστα  α   
λόγιστα       α 
                 λόγιστα   α  λόγιστα    α 
                                       λόγιστα  α 
      λόγιστα      α   λόγιστα        
α λόγιστα α
      λόγιστα     α  
                   λόγιστα    α    
   λόγιστα α
                                                        λόγιστα 
α  λόγιστα α          λόγιστα  
                                             α λόγιστα 
α 
λόγιστα     α         λόγιστα     α
λόγιστα                                  α      λόγιστα 
α
                              λόγιστα 
α               λόγιστα  α
λόγιστα    α
λόγιστα   α    λόγιστα 
α
  λόγιστα

Κι έπειτα
πάντα με περιμένει ο θάνατος

Εσύ
μήπως ξέρεις να μου πεις
γιατί θα αυτοκτονούμε 


Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Ηλέκτρα Λαζάρ

Ι 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ 


Κι υπάρχει κτίσμα κενό
ανάμεσα στα άλλα
το πιο απλό το πιο σαθρό
το πιο αστόλιστο συντρίμμι
με διώκει



ΙΙ 

ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ ΔΕΝ ΤΑ ΤΡΩΕΙ 


Όλο το χρόνο μαζεύονται τόσα
ξεχειλίζει το σκρίνιο  λιπαίνουν
τα ράφια και τα γλυκά παίρνουν
να ταγκίζουν από του Αγίου Αντωνίου
μέχρι των Χριστουγέννων τις γιορτές όπου
τα αφήνει ήσυχη στο μνήμα πια
να τα χαρεί η μάνα της  που
της αρέσαν τα γλυκά   



Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ηλέκτρα Λαζάρ


Les corbeaux, Gabriel Lalonde, 2013 





ΚΙ ΕΙΧΑΝ ΚΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΒΕΡΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ

τα πουλιά θυμάμαι Οκτώβρης περίπου θυμάμαι οξιές
αντιαεροπορικά
ανάστροφα ψαχ’τά  ανοιγμένα βροχή  φτεροκαρφωμένα 
παντού παντού
καλαμιές σαν κοχλίες κάποιο απ’όλα  φοράει το γκρεμό του
και κρέμεται
πέφτει ο χρόνος στάζει σπουργίτες τα μεγάλα βράδια
ξυλοκόποι 
κι είναι μαύρο παιχνίδι τούτες οι κράμπες πουλιών
λέω δεν είναι
κι ό,τι τσιρίζει στις συκιές ασημένια κόκκινα
με κοιτάνε
σκέλεθρα δυο κοκκινολαίμης στρόβιλος τρέμει
σκισμένος
κι ένας πελώριος γκιώνης χορταριασμένος κοιτάει
κοιτιόνται 
να το νιώθω το’να στ’άλλο φυσάει κοινόχρηστη λύπη

εκτεθειμένου 


Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Ηλέκτρα Λαζάρ


ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ



Κι εμένα ποιος με έβγαλε απ'το δωμάτιο μου;
~ Χ. Παπαντωνίου 



Στον Π.Κ. 


Δεν ήταν τίποτε παραπάνω από κουτσομπολιό

Τον σύρανε     λέγανε
του σπάσανε τοίχους     που βρίσκονταν
χιλιάδες εικόνες     στη μνήμη του
ψαλτήρια    πετάξανε
πεσμένες αγριόκαλτσες στα νύχια του
τα ζεύγη τα πόδια     σκληρίτες του
σταυρός αναμμένος πριόνιζε         τις νύχτες
στο άδειο δωμάτιο
τα ρούχα στη σκόνη 60 βαθμών
κουβέρτες απάτητες άνυδρες
Όλοι συμπόνεσαν      κανένας
δεν έβαλε στο ράμφος το δάχτυλο
μονάχα κοιτούσαν τα άνευρα γάγγλια
αθώοι φωνάζοντας    μη παύοντας
κλειδιά στα κλειδιά να στραβώνουν
σαν πείραμα       του άνοιγαν
έκλειναν τα δόντια του
προς ύφανση μίας βαπτίσεως     κι ενός
χαμόγελου
ο μικρός ανθρωπάκος  δεν άντεξε
τσίριζαν  τσίριζαν     σώπαιναν
σαν αγιοπώληδες σε ανεμόσκαλα



Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Ηλέκτρα Λαζάρ
























ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ [ΩΧΡΟΣ]*



«Τὸν ἐξετάσετε; εὑρήκατε τὸν θησαυρόν του.»
«Τὸν ἐξετάσαμεν, μὰ τίποτε δεν εἴδαμεν.»
«Τί σᾶς εἶπεν ὁ πονηρὸς γέρων;»

W.S. Sheridan, Το Παλληκάριον




Κι ενώ μαχαίρι τρύπαγε              το μάτι ασθενούσε
Κι όταν τ’ ομολογήσαμε             περίπατος αθλίων
Είτε που φτιάχναμε εχθρούς       είτε οι υπεκφυγές μας
Ενώ σωπαίναμε μπροστά            δεν ήταν η σειρά μας
Τον βλέπαμε που έτρεμε            τον βλέπαμε γελώντας
Του κόψαμε τα χέρια του           είτε με μία λάμα
Του κόψαμε τα πόδια του           δεν ήταν για να μείνει
Του φάγαμε τη γλώσσα του        περαστικός σαν ήταν
Του πήραμε τα μάτια του            συνγκεντρωθείτε όλοι
Χωρίσαμε τους σπόνδυλους       η βραδινή μας τέχνη
Τα δυο ανώνυμα οστά                τα δυο τις ίδιες λέξεις
Το στόμα ξεριζώσαμε                 στη σύστοιχη γωνία
Με τούτη την ενέργεια               έμεινε πάντα ξένος
Και γενικά οι πνεύμονες             έχασκαν μέσα κι έξω
Κάθε νεφρός στο χέρι μου          κάνοντας πως δε βλέπω
Η μυελώδης μοίρα του                κι όλη μου η θυελλώδης
Αλλά το σώμα αρνιότανε            κομματιασμένο όλο
Κομμένο το χειρόγραφο              σε μια απλή τελεία
Σχεδόν δε μάτωσε ποτέ               μοιάζει σα να κοιμάται
Σχεδόν δεν αναγνώρισα               πώς ήρθε με μαχαίρι
Στις πρώτες κιόλας λέξεις μου     και χτες και τις προάλλες
Τ’ όνειρο του πατέρα μου            να πιάσω το μαχαίρι
Και κληρονόμησα τ’ όνειρο         να’μαι με το μαχαίρι
Τ’ όνειρο του πατέρα μου             νομίζω κάθε βράδυ
Άφησα το επώνυμο                       κι ας αντηχεί στα αυτιά μου
Και ψεύδομαι και μαρτυρώ           φονιάς ποτέ δεν ήμουν
Μόνη μου καταψεύδομαι              μπροστά στον σφαγιασμένο





* Έγινε επεξεργασία με τη βοήθεια του Χ. Μαρτίνη.





Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ηλέκτρα Λαζάρ

i) Τι γνώριζα γι’αυτήν 



i) Τι γνώριζα γι'αυτήν 

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα βράδυ με ούλα να στάζουν βροχή, πέριξ του λόφου και από τότε είμαι από λόφο σε λόφο. Οι γονείς μου ήταν άγνωστοι. Ευκατάστατοι στην απώλεια, ο πατέρας μου που κανένα σπίτι δεν τον ήθελε πέθανε νωρίς και η μάνα μου στην πρασιά από πίσω δραχμούλα τη δραχμούλα ξερίζωνε τα κοτσίδια μου. Υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για έναν ασφαλή άνετο τρόπο ζωής που τώρα πια έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Μπορώ να αναπολήσω. Άμα το κάνω χάθηκα. Για τους φίλους μου επί της ουσίας χάνονται και αυτοί, βολτάροντας στα αιώνια σκέλια και μπερδεύονται από τη μυρωδιά της σήψης. Τα μαλλιά μου είναι κόκκινα και τα νύχια μου ενίοτε τα βάφω ροζ. Το κατοικίδιο μου είναι η θλίψη. Τον θάνατο τον πίνω κάθε πρωί με τον καφέ μου, όσο για το ηλεκτρικό αυτοκίνητο της θείας μου και τον πρωινό εμετό βρίσκω εκείνα τα παλιά βροχερά δόντια. Ομάδα αίματος άγνωστη. Δύσκολα μπαλώνονται οι πληγές. 

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα βράδυ με ούλα και βροχή κυρίως από λόφο σε λόφο το σπίτι μου ήταν άγνωστο και οι γονείς μου η απώλεια η μάνα μου και ο πατέρας μου ο πατέρας επί της ουσίας και τα κοράκια στα χέρια της τα μαύρα κοράκια στα χέρια της γεννήθηκα από σπίτι από πατέρα κοράκια στα κοτσίδια μου ξεριζώνω τις μέρες μου αλφαβητικά. Για τους φίλους μου που γυρνάνε πίσω επί της ουσίας ποτέ δεν πεθάνανε και μπερδεύονται στα σκέλια μου οι φίλοι μου και δάσκαλοι και γονείς και τσίχλες και επί της ουσίας έχω μία θλίψη στα σκέλια μου μέσα. Τα μαλλιά μου είναι μαλλιά και τσίχλες που επί της ουσίας είναι κόκκινες έχω ένα σπίτι στον Κορυδαλλό και ο Προκρούστης κατοικεί στο σαλόνι μου. Και ο Προκρούστης κατοικούσε στο σαλόνι μου μέχρι τα οχτώ μου. Ομάδα αίματος άγνωστη. Δύσκολα οι πληγές μπαλώνουν.

Γεννήθηκα το 1982 σε ένα σπίτι με βροχή σταγόνες στο λόφο στους τοίχους στις αγκαλιές στα άγνωστα σημάδια στους τοίχους σε σκοτάδι και η κακομαθημένη παιδούλα μου κλείνει τις κουρτίνες σφραγίζει τα δόντια μου να αναπολήσω μπορώ να χαθώ μπορώ επί της ουσίας το ροζ σαλόνι και το ροζ πέος του Προκρούστη άγνωστα μπαλώνονται στο μαξιλάρι που δαγκώνω κάθε βράδυ ο ασφαλής και άνετος τρόπος ζωής και γεννήθηκα το 2891 το 1892 το 18   9 0 23 γεννήθηκα σε ένα ασφαλές σπίτι με μπαλκόνι και αυλή και πρασιά και δραχμές και τα πρωινά 3 σχολεία τα 3 πρωινά σχολεία μέχρι τα οχτώ μου όλα αυτά και μετά ξανά ενήλικη γεννήθηκα μετά την ενηλικίωση μου επί της ουσίας δεν ήξερε να κάνει μπάνιο δεν ήξερε να κάνει κι εμένα μπάνιο η άνετη και ασφαλής ζωή μου χάθηκε ανεπιστρεπτί φτύνω τις τσίχλες μου στον κόσμο και φτύνω τα δόντια μου τα βροχερά ροζ δόντια μου τα κόκκινα επί της ουσίας. Ομάδα αίματος. Δύσκολα. 

Γεννήθηκα το 1 σε ένα με μία και δύο στο λόφο και στον άλλο λόφο οι τοίχοι είναι το πέος πάνω μου σε ροζ σημάδια στέκονται τα δόντια μου και γράφω πίσω από πρασιές στο ταβάνι μετράω τσίχλες θέλω να τις μασήσω όλες και τα όπλα και τα ναρκωτικά και τα χέρια του κυρίως επί της ουσίας τρώω κρέας για τον ασφαλή και άνετο τρόπο ζωής και το βράδυ που γεννήθηκα ανάδρομα δε συνενώθηκα χώρισα χωρίζω ανεπιστρεπτί με κήπο και ξύλα κοτσίδια κόκκινα τα νύχια γυάλινα στον επόμενο ιδιοκτήτη και τη θλίψη το τσουλί που πολύ θα’θελα να γαμήσω και έχω γαμήσει μα δεν κατοικώ στο σαλόνι μου έχει απλωθεί το πτώμα του το πτώμα της το πτώμα μας επί της ουσίας γαμιόμαστε παλινδρομικά μέχρι τα οχτώ σε εκείνο το βροχερό σπίτι ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος ψέμα μηδέν αίμα αίματος μηδέν μηδέν

Γεννήθηκα −11 error/bit·h στο λόφο αίμα στα σκέλια μου 00111001 10 (0xA)
The environment is incorrect στο σαλόνι μου μέχρι τα οχτώ επί της ουσίας θα γαμήσω συσπειρώθηκα <../> ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν ομάδα αίματος μηδέν

Γεννήθηκα



ii) Σώμα ή κύμα 




Απ'τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής
με ένα κομμάτι ζωή
ζούνε οι μεταλλαγμένοι ποιητές
όπου m η μάζα της λέξης
οι θόρυβοι & οι κινήσεις του θανάτου 
δεν αποδεικνύουν παρά την αποτυχία μας



iii) 


Ηρέμησε την ζιμπελίνα στον κόρφο σου
γιατί ουρλιάζει τα βράδια 
και γδέρνει τα παράθυρά μας
με τα νύχια σου
σ'αυτή τη μαύρη γεωγραφία 
ο στριγγός ήχος των τακουνιών σου
που πατάει πάνω στο βηρύλλιο 
δημιουργεί τις ικανές συνθήκης της γύμνωσης 

(την θυμάσαι εκείνη την παράξενη συνήχηση 
κάθε που κοιμόταν το δικό σου θηλαστικό
εκείνο
το μ η τ έ ρ α τ ε ρ α τ ε ρ α ς τ ε ρ α ς ;)

Ηλέκτρα Λαζάρ

[γράφω] ;
αλλά νέμω
γλύφω τα δάχτυλα     που   χρόνια 
μασουλάγανε η μανούλα      και ο πατερούλης 

αλλά ουρλιάζ[ω]

πρώτα ο κυνηγός    το   κεφάλι       θέλω να πω ο συμβολισμός 
η ετυμολογική μπούρδα της ζωής μου 
σκίζω πάνω τις καμπάνες 
τρώγομαι [;] για το ποιους θα χωρέσει   το χαρτί 
αλλά πουλάω 
τις λέξεις σε τιμή ευκαιρίας
τις λέξεις 
θέλω να πω
σε τιμή
ευκαιρίας
για το αρχαιότερο σωζόμενο ζώο της ψυχής μου

αλλά κατηγορώ 

και με αυτό σβήνω τις μπλε γραμμές 
που απ’το σχολείο με πνίγανε οι πουτάνες
το σκοτάδι λέω           θέλω 
να πω 
τη μάνα λέω

το λιμάνι απάνω μου 

το αίμα στα χέρια μου 
αλλά ξεπαστρεύω 
για το αίμα στα χέρια μου 
και όλες αυτές οι λεξούλες 
φθώγκοι και ίτα  το ντζ
(και όχι το τζ)              πώς να έχουμε περισσότερα φονιεdα  
κοίτα πώς θα έχουμε περισσότερα φωνήεντα
ισοσύλλαβα

για να τις πνίξουμε όλες 


αλλά όλα τα άγραφα 

άνισα 
κατά το πρώτο ξημέρωμα
ασχημάτιστα 
και δεν αγωνίζομαι 
με χτυπάνε οι μέρες 
μέρα δαγκώνουνε μένα οι σφήκες
σε κουτί κλείνομαι
κλείνομαι σαν κράμα
βυσσοδομώ

μα   γ ρ ά φ ω