Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραντζέσκα Άβερμπαχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραντζέσκα Άβερμπαχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Για τον Σ.Μ.

Νύχτωσε και είμαι ακόμα ένα θηρίο
δεν επινοώ όλα αυτά τα πράγματα,
λιπόθυμη και ενώ όλοι κοιμούνται στον ουρανό
χαροπαλεύω με τις αισθήσεις

Σήμερα είμαι απούσα από κάθε σας πληγή
διότι άλλα περισσεύματα δεν έχω.

Ένας άντρας βρήκε καταφύγιο τη βροχή
και είμαι αρκετά μικρή για να κουνήσω τα χέρια μου
νωχελικά.

Αποκοιμιέμαι δίχως να έχω προλάβει
να δοκιμάσω την απουσία σας

Προσπαθώντας να δω τα πράγματα αλλιώς
ανέβηκα ψηλά
κρεμασμένη απ' το άσπρο του θανάτου σας

Ο άνδρας δε προτιμάει τις νύχτες
πίνει πολύ οινόπνευμα
λησμονώντας μια άνοιξη.

Κι εγώ αισθάνομαι
αν μη τί άλλο
μια αδικία μες στα σωθικά μου

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Φραντζέσκα Άβερμπαχ




-Τέτοια βαβούρα για λίγο φως-

H αταξία του πράγματος
μας έφερε ως εδώ.
Η λίμνη που έπλεναν το πρόσωπο τους
δεν είναι πλέον ίδια.
-Παράξενη δε ξέρω αν είμαι- 
η ανατροφή μου, έτσι όπως σχεδιάστηκε,
δεν είναι το καμάρι μου.
Αλλά είναι ο πόθος μου τέτοιος
που να κλείσω τα μάτια,
να κοιτάξω ανάποδα το κόσμο
και να πω τέλος σ' αυτή τη κόλαση σας,
δε το θέλησα.
Αυτές οι ιστορίες είναι από καιρό
καταδικασμένες.
Όμως τώρα, το ξέρω καλά:
η αδικία ποτέ δεν επεξηγήθηκε.
Υποδυόμαστε το μίσος.

(εκείνοι αρπάξανε δυο σφαίρες
 από κάτι που δε τολμάνε να χαιδέψουν)
 
Μια μέρα δε θα πονάμε τόσο,
είπες καθώς επέστεφες.
Κι όταν αρχίζει το μπλέξιμο με τον έρωτα,
αποχωρώ.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Σκοτώνοντας μια σκέψη σε βαθμό ποιήματος (στίχος: Δημήτρης Μαύρος)

Σε άκουσα,
βγήκα τραυματισμένη 
απ' το άσπρο μου δωμάτιο,
φυσούσε
μου φίλησες τις πέτρες
που είχα αφήσει στο λαιμό.
Κοιτούσα
την ερημιά στο δρόμο.
Και ουρλιάζανε τ΄αηδόνια,
γ' αυτό πιστεύω πως σε άφηνα:
για να μάθεις το καλύτερο.
Είπα
θα φύγω νωρίς τ' απόγευμα
να μη κουράζονται τα χέρια
και η αναπνοή σου
αλλά στον εαυτό μου
βλέπω φάντασμα.
Μου φέρνες
-τί νύχτα ήταν στ' αλήθεια-
καινούργια λόγια,
κι εκεί που κοιμόσουν
ως συνήθως κοντά στην απουσία
έφυγα,
γ' αυτό πιστεύω πως σε άφηνα:
για να μάθεις το καλύτερο.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Φραντζέσκα Άβερμπαχ





Το χέρι φέρει φόβο,
ποτίζει θάνατο τις μέρες του,
λίγες εικόνες παρμένες απ' τη νύχτα.

Το χέρι δε θέλει να θυμάται
-όχι πως έφταιξε-
ήταν μακριά η θάλασσα.

''Κινήσεις θανάτου δεν αποδεικνύουν
παρά την αποτυχία μας''

Υποφέρουν οι παγωμένες λέξεις

καθώς γράφονται,
η δική μου προτιμάει τη σιωπή,
κι ειν' η ώρα του θριάμβου
 βαθύ μαρτύριο.

Κι όλο ερχότανε η βόμβα,
κουνιότανε ολόκληρο το σπίτι
από κακία.
-δίχως επανάσταση
δίχως αγάπη φεύγανε οι μέρες τους-

Το χέρι μου ανέλυε δίχως άγνοια
λίγα μέτρα μακριά απ' τις πέτρες
λίγα μέτρα
λίγα μέτρα
και ειν' το φως.

Λίγα μέτρΑ-
Μέτρα τ' άστρα μου 'λεγες
και πήρα το περίστροφο.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Ζω τις άγριες μέρες
μέσα σε σκόνη και μαύρα γράμματα,
γκρίζος πυρετός τα πέλματα μου,
χορεύω με το χρώμα που κοιτάγαμε παιδιά
το κορμί μου έχει γεμίσει με φθορά
και δε το' θέλω.

Θα μπορούσα να ουρλιάξω με την απουσία
όμως δε θα' ναι όμορφη η φωνή μου.
Περιμένω,
όμως σπάνια αλλάζουν τα πράγματα
δυστυχές μα
τούτη την αλήθεια κρατώ καλά.

Ζω τις άγριες μέρες,
πάνω μου φωνάσκουν όλες οι επιθυμίες που φυλάξαμε παλιά,
κάποτε φώτιζαν οι δρόμοι
οι έφηβοι τρέχαν σαν αηδόνια μες το στήθος μου
γαμούσα ελεύθερα
τώρα δεν..

Είμαι πολύ νέος για να μπορέσω ν' ανεχτώ
τις βροχερές μέρες που έρχονται

κι όπως γίνεται συνήθως όλοι λείπουν,
τα ποιήματα περπατούν στην άνοιξη
-βαριά αυτή η επιθυμία-

Με φυλακίζουν οι μέρες που δε ζήσαμε μαζί,
στον ήλιο και στο μαυρισμένο μέτωπο.

Ρίχνω τις βόμβες μακριά απ' τον κρόταφο μου.

Κοιτάω τριγύρω,
κανέναν δε γνωρίζω,
κι όταν κοιτώ το κόσμο
είμαι ο άλλος που δεν αγάπησες.





Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Φραντζέσκα Άβερμπαχ

Γράφω αγάπη μου
για όλες εκείνες τις μέρες
που τρώγαμε τα χέρια μας με ήλιο
και κραυγές

για εκείνο το χειμώνα
που σταμάτησα να γράφω με λέξεις
έπιανες τα δάχτυλα μου
κι αυτό αρκούσε
για να γνωρίσεις ένα καινούργιο κόσμο.

Γράφω γιατί ουρλιάζω.
Φεύγω.
Αμφισβητώ.

Ανελέητο το στήθος μου τα πρωινά,
κραυγάζει,
μικραίνει η ρόγα της αφέλειας.

Εαν ήταν αλλιώς,
οι λέξεις θα πετούσαν,
δε θα μίλαγα για το άδικο,
άδικο
άδικο
πάντα ένα άδικο
ν' αρρωσταίνει τις μέρες μας

Τίποτα δε κατάφερα.
Μόνο με τη ποίηση
που κι αυτή
μισή είναι τώρα πια.

Σβήνω τα γράμματα,


πονάει η στίξη..