Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πτώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πτώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Σωτηρία Κρητικοπούλου

 
Οι φίλοι μου

Τα κανόνια στοχεύουν τον ήλιο,
τα κοράκια κρώζουν στ' αρχαία,
ένας θεός φτύνει στην πόλη αίμα.

Μωρό μου, μην κοιτάς με φρίκη
το κεφάλι του  Galip στο σχολείο
το χέρι της Alya στην παιδική χαρά
το πόδι της Farah στο νοσοκομείο.

Χτες ο Galip παζλ με τ' άστρα 
έφτιαχνε
η Αlya με τα δάχτυλα σκάλιζε το χώμα 
και με τις πουέντ της χόρευε η Farah.

Χριστίνα Παπαντωνίου

Λωρίδες Γάζας




Μες το μυαλό μου κάθεται μια μπλε μούμια
όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, δεν βολεύεται σε εύκολες παρηχήσεις
Αν και 
Χωράει σα σελιδοδείκτης ανάμεσα στα δυο ημισφάιρια
κι όταν κουνιέται κυλάει γαλάζια άμμος μέσα στο λαιμό μου
Ίσως γι αυτό να ξεροκαταπίνω
σα μονολογώ
45 χρόνια είναι μόνο νεκρός
σχεδόν συνομήλικοι
σε λίγα χρόνια
Tώρα κοιταζόμαστε μόνο μέσα από καθρέφτες

το μόνο που περνάει από το δικό μου το μυαλό


είναι τι χρώμα είμαι εγώ στα κενά του μάτια.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κατερίνα Καπουλέα



Ο σφαγέας

Ξαπόσταιναν
οι γαλονάδες.
Ανάβανε τσιγάρο.
Είχε έρθει
 η ώρα της σφαγής.
Η δική μου ώρα.
Το κρέας είναι
 εύκολη δουλειά.
Τα κόκκαλα πάλι
είναι άλλη ιστορία.
Τουλάχιστον είναι
ζεστοί ακόμη.
Κοίτα
πώς με κοιτάνε.
Στάζει το βλέμμα
σιχασιά.
Ας είναι.
Στο χέρι μου
κρατώ το κράτος.
Πετσοκομμένη
η μοίρα των εχθρών
μου,

σας κηρύττει.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Φραντζέσκα Άβερμπαχ





Το χέρι φέρει φόβο,
ποτίζει θάνατο τις μέρες του,
λίγες εικόνες παρμένες απ' τη νύχτα.

Το χέρι δε θέλει να θυμάται
-όχι πως έφταιξε-
ήταν μακριά η θάλασσα.

''Κινήσεις θανάτου δεν αποδεικνύουν
παρά την αποτυχία μας''

Υποφέρουν οι παγωμένες λέξεις

καθώς γράφονται,
η δική μου προτιμάει τη σιωπή,
κι ειν' η ώρα του θριάμβου
 βαθύ μαρτύριο.

Κι όλο ερχότανε η βόμβα,
κουνιότανε ολόκληρο το σπίτι
από κακία.
-δίχως επανάσταση
δίχως αγάπη φεύγανε οι μέρες τους-

Το χέρι μου ανέλυε δίχως άγνοια
λίγα μέτρα μακριά απ' τις πέτρες
λίγα μέτρα
λίγα μέτρα
και ειν' το φως.

Λίγα μέτρΑ-
Μέτρα τ' άστρα μου 'λεγες
και πήρα το περίστροφο.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Αντώνης Γκρίτσης

Robert C. Wiles - Evelyn Mhale leapt to her death from the Empire State Building - 1947

Απόψε τόλμησα να ονειρευτώ


ένα βαθύ κόκκινο Audi
ευθύς αμέσως έγινε άσπρο Ford Escort
το πρώτο καναρίνι μου
έγινε χώμα
στη ρίζα της καρυδιάς
στο περιβόλι του πατέρα
και στο αμπέλι του 
βρήκα θαμμένους
υάκινθους, κρινάκια
ένα φίλο του

"Ολόκληρη η στοά του Αττάλου
είναι τώρα κοτέτσι μας" είπε
ο Τροφίμωφ, 
επίμονος και τούτος κηπουρός

"Η εικόνα του πατέρα σας
ταιριάζει στην αυτοπεποίθησή μου, Άνια,
- ειδικά μετά το αυτοκινητιστικό,
όμως το σούρσιμο της μητέρας σας
μέσα στις στραπατσαρισμένες λαμαρίνες
δεν αντέχεται
μέχρι που να πεθάνω"

Ας τελειώνουμε κάποτε
με τους καζαμίες, 
την ψυχανάλυση,
τα στιχάκια, 
τους ονειροκρίτες

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Ηλέκτρα Λαζάρ
























ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ [ΩΧΡΟΣ]*



«Τὸν ἐξετάσετε; εὑρήκατε τὸν θησαυρόν του.»
«Τὸν ἐξετάσαμεν, μὰ τίποτε δεν εἴδαμεν.»
«Τί σᾶς εἶπεν ὁ πονηρὸς γέρων;»

W.S. Sheridan, Το Παλληκάριον




Κι ενώ μαχαίρι τρύπαγε              το μάτι ασθενούσε
Κι όταν τ’ ομολογήσαμε             περίπατος αθλίων
Είτε που φτιάχναμε εχθρούς       είτε οι υπεκφυγές μας
Ενώ σωπαίναμε μπροστά            δεν ήταν η σειρά μας
Τον βλέπαμε που έτρεμε            τον βλέπαμε γελώντας
Του κόψαμε τα χέρια του           είτε με μία λάμα
Του κόψαμε τα πόδια του           δεν ήταν για να μείνει
Του φάγαμε τη γλώσσα του        περαστικός σαν ήταν
Του πήραμε τα μάτια του            συνγκεντρωθείτε όλοι
Χωρίσαμε τους σπόνδυλους       η βραδινή μας τέχνη
Τα δυο ανώνυμα οστά                τα δυο τις ίδιες λέξεις
Το στόμα ξεριζώσαμε                 στη σύστοιχη γωνία
Με τούτη την ενέργεια               έμεινε πάντα ξένος
Και γενικά οι πνεύμονες             έχασκαν μέσα κι έξω
Κάθε νεφρός στο χέρι μου          κάνοντας πως δε βλέπω
Η μυελώδης μοίρα του                κι όλη μου η θυελλώδης
Αλλά το σώμα αρνιότανε            κομματιασμένο όλο
Κομμένο το χειρόγραφο              σε μια απλή τελεία
Σχεδόν δε μάτωσε ποτέ               μοιάζει σα να κοιμάται
Σχεδόν δεν αναγνώρισα               πώς ήρθε με μαχαίρι
Στις πρώτες κιόλας λέξεις μου     και χτες και τις προάλλες
Τ’ όνειρο του πατέρα μου            να πιάσω το μαχαίρι
Και κληρονόμησα τ’ όνειρο         να’μαι με το μαχαίρι
Τ’ όνειρο του πατέρα μου             νομίζω κάθε βράδυ
Άφησα το επώνυμο                       κι ας αντηχεί στα αυτιά μου
Και ψεύδομαι και μαρτυρώ           φονιάς ποτέ δεν ήμουν
Μόνη μου καταψεύδομαι              μπροστά στον σφαγιασμένο





* Έγινε επεξεργασία με τη βοήθεια του Χ. Μαρτίνη.





Μαρουσώ Αθανασίου

















Μεθύστερη απόφαση


Δε χωράω στα παπούτσια σου
Κι αν μεγαλώσω
Δε θα χωράνε εκείνα την ανάμνηση
Γι' αυτό λέω να τα πετάξω
Και να κρατήσω
Ότι μπορούσες να καθαρίσεις ένα μήλο
Δίχως ποτέ
Να σου κοπεί η φλούδα του.

Δημήτρης Μαύρος


Día de Muertos

Στίχο το στίχο παρωδία της 1ης ενοτ. της Ρημαγμένης Γης.

Στις τέσσερις ήμουνα αμήχανος, έχοντας
Περάσει ένα μέρος της ημέρας, θέλοντας
Να προγραμματίσω το υπόλοιπό μου, γέρνοντας
Στην απομόνωση.
Το βράδυ με διέψευσε, θυμίζοντας
Ότι η κόλαση θέλει παρέα, μυρίζοντας
Περατότητα.
Το μεσημέρι μ’ είχε αιφνιδιάσει ερχόμενο στο όνειρο,
Απολήγοντας σε ερωτοχυσία· ξύπνησα ανάλαφρος
Και συνέχισα με βόλτα στη λιακάδα, μπαίνοντας για λίγο στο μποστάνι,
Κι ήπια ‘να τσάι, και μου μίλησε καμιάν ώρα.
Είναι μεξικανή, και δεν πολύ-καταλάβαινα, μα έχει ωραία μάτια.
Γέρος πια, στο ίδρυμα,
Με την αποκλειστική, θυμάμαι τη μόνη κρίση που ‘παθα,
Κανονικό αμόκ. Και μου ΄λεγαν, Δημήτρη,
Δημήτρη, έλα, ηρέμησε τώρα, όλα καλά. Και μου ‘ριξαν μιαν ένεση.
Στη νάρκη, εκεί αισθάνεσαι νεκρός.
Κοιμόμουνα σχεδόν όλη την ώρα, και το βράδυ αναπολούσα μεσημέρια.

Ποιες είναι οι στιγμές που αγκιστρώνονται, ποια γεγονότα ανθούν
Μέσα στη νεκρή φύση της μνήμης; Γιε μου,
Μπορείς να μου πεις ή να μαντέψεις, αφού εσύ μόνο γνωρίζεις,
Τι σου ήμουνα, όσο πατούσα στο αχνάρι του φωτός,
Όσο δεχόμουν τη βροχή του χρόνου, τι σου ήμουνα,
Όσο ήμουνα; Μόνο
Μια λάμψη στα χρονόδαρτά μου μάτια,
(για σένα κυλάει η λάμψη)
Και είναι διαφορετική
Από το δάκρυ του μωρού, για ν’ αναπνεύσει
Ή το δάκρυ του γερόντιου, επειδή ξεψυχά·
Είναι που είμαστε μαζί μα μόνοι.
            Τ’ αγέρι πλέον με φυσά
            Προς την πρωταρχική πατρίδα.
            Παιδί μου είναι ώρα πια
            Για ένα τέρμα στην παρτίδα.
Θυμάμαι που με έβγαλες για το παράνομο τσιγάρο μας
Πριν κάνα χρόνο χθες. Το μύρισαν και μου απαγόρεψαν τις εξόδους.
Και όταν σ’ υποδέχθηκα μπροστά απ’το μποστάνι
Τις προάλλες αύριο, μ’ αγκάλιασες μα ήμουνα απ’ την ένεση,
Εδώ είναι νεκρός ο συλλογικός μας χρόνος, και δεν ανταποκρίθηκα,
Δε σε κατάλαβα, και έφυγες θλιμμένος.
Ατένισα την καρδιά του θανάτου, τη μονομέρεια.
Έρημα κι άδεια τα μάτια μου.

Ο κυρ-Δημήτρης άσημος ποιητάρης,
Έφυγε μ’ ένα γέρο-πυρετό, παρ’ όλα αυτά
Όλες οι νοσοκόμες ξέρουμε πως ήτανε ο πιο βολικός της Πτέρυγας,
Με μια δαιμόνια ηρεμία. Να, μας είπε πριν πεθάνει,
Την Τρικυμία διάβαζα και θα ‘θελα κι εγώ
Πέρλες αντί για μάτια. (Τα μάτια σκουριάζουν. Κοιτάχτε!)
Ναι, ωραίοι τύποι οι μεξικανοί
Που θυμούνται με εορτασμό τους παρελθόντες κόσμους.
Ακούω ένα αμάξι, λέτε να ‘ρθε κιόλας ο Ερμής, τι αναποδιά.
Καλός επιχειρηματίας ο θάνατος, και πτυχιούχος
Μαιευτήρας, σπουδαγμένος στην ανυπαρξία,
Ας αλωθεί το φως μου. Δε βρήκατε
Το γιο μου; Τι θα κάνει σα φύγω;
Βλέπω πλήθη ανθρώπων, στο πηγαινέλα της κηδείας.
Για καλό καφέ πηγαίντε με στο 1ο. Αν δείτε την αγαπητή σενιόρα Ρόζα,
Πριν από μένα, πείτε της να μιλήσει με το παιδί.
Πρέπει κανείς να είναι σίγουρος, αφού το σήμερα δεν είναι.

Ανυπόστατος πια,
Βρέθηκε κατ’ απ’το χώμα γύρω στην ώρα που ‘πρεπε,
Κι η πύλη του Ζωγράφου ρυτιδώνει το διαβάτη, τόσο πολύ
Ποιος να το ‘χε φανταστεί ότι ο θάνατος μπορεί τόσο να ξεκάνει.
Το μάρμαρο ξέρει να παίρνει λίγο κι απ’ τους ζωντανούς
Να τους αφήνει σκυφτούς κι ασθμαίνοντες να φεύγουν,
Γυρνώντας απ’ τον Άδη,
Στα σπίτια τους σε κάποια γειτονιά ζωής.
Κι ο γιος προσωρινά αθάνατος νεκρός
Είδε έναν που ‘ξερε· και τον σταμάτησε με μια φωνή: «Κίμωνα!
»Εσύ που τον έχασες φυλακισμένο!
»Του πας ακόμα νεκρολούλουδα;
»Τα χρέη τα ‘ξόφλησες; Θα τα ‘ξοφλήσεις;
»Ή μήπως το επιτόκιο του θανάτου είναι αλύτρωτο;
»Ω κράτα τον Άργο μακριά, γιατί γνωρίζει από μεταμφιέσεις
»Και κάθε τρεις και λίγο τον πόνο θα ξεθάβει!
»Εσύ! Υποκριτή αναγνώστη - όμοιέ μου, - αδελφέ μου!




Παρατηρήσεις:
1.      Dia de Muertos: Η μέρα των νεκρών, η οποία γιορτάζεται κυρίως στο Μεξικό από τις 31 Οκτωβρίου έως και τις 2 Νοεμβρίου.
2.      Κίμωνας: γιος του Μιλτιάδη.
3.      Άργος: α. Ο σκύλος του Οδυσσέα, β. Στην ελληνική μυθολογία ο Άργος ο Πανόπτης ήταν τερατόμορφος γίγαντας γνωστός ως πανόπτης ή μυριωπός γιατί είχε εκατό μάτια διάσπαρτα σε όλο του το σώμα


4.      «Υποκριτή … Αδελφέ μου!»: Όπως και στο κείμενο του Έλιοτ, είναι παρμένο από τον πρόλογο του Μπωντλαίρ για τα Άνθη του Κακού